ανύποπτος


ανύποπτος
[анипоптос] εκ. не вызывающий сомнений,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανύποπτος" в других словарях:

  • ἀνύποπτος — without suspicion masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανύποπτος — η, ο (Α ἀνύποπτος, ον) αυτός που δεν υποψιάζεται κάτι ή δεν έχει υποψίες για κάποιον αρχ. μσν. όποιος δεν γεννά υποψίες, δεν τον υποπτεύονται οι άλλοι …   Dictionary of Greek

  • ανύποπτος — η, ο επίρρ. α 1. ανυπόνοιαστος, ο χωρίς υποψίες: Τον βρήκαν ανύποπτο και τον ξεγέλασαν. 2. αυτός που δεν γεννά υποψίες: Αυτά γίνονταν σε χρόνο ανύποπτο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνυποπτότερον — ἀνύποπτος without suspicion adverbial comp ἀνύποπτος without suspicion masc acc comp sg ἀνύποπτος without suspicion neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνυπόπτως — ἀνύποπτος without suspicion adverbial ἀνύποπτος without suspicion masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνύποπτον — ἀνύποπτος without suspicion masc/fem acc sg ἀνύποπτος without suspicion neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνυποπτοτέροις — ἀνύποπτος without suspicion masc/neut dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνυποπτότερα — ἀνύποπτος without suspicion neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνυποπτότερος — ἀνύποπτος without suspicion masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνυπόπτοις — ἀνύποπτος without suspicion masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)